Ο ΛΥΚΟΣ ΚΑΙ Η ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑ!

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: ΜΙΧΕΛΕΤΑΚΗ ΜΑΡΙΑ -Α2

ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΡΙΑ ΔΙΑΘΕΜΑΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ  «ΑΛΛΑΖΟΥΜΕ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ»: ΦΕΓΓΙΤΗ ΕΛΕΝΗ

Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένα (ας το πούνε λόγο του παραμυθιού) όμορφο κοριτσάκι που φορούσε συνεχώς κόκκινα και την έλεγαν Κοκκινοσκουφίτσα. Οι φίλες της όμως την φώναζαν Red.

     Μια μέρα γυρίζοντας από το σχολείο λέει στη μαμά της:

-Μαμά, γύρισα!

-Ωραία, έλα να σου βάλω φαγητό και να μου πεις τα νέα σου, απάντησε η μαμά της, παρόλο που ήξερε ότι τα έλεγε στον τοίχο.

     Κάθε μέρα γινόταν το ίδιο, γύριζε με τα ακουστικά του mp4 στα αυτιά και δεν άκουγε κουβέντα. Η μητέρα της, της είχε εξηγήσει ότι ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο αυτό, αφού δεν άκουγε τα αυτοκίνητα που περνούσαν και κόρναραν.

     Αφού κάθισαν στο τραπέζι της λέει η μητέρα της:

-Κάθισε αγάπη μου να φας και πες μου τα νέα σου. Σήμερα έχουμε νοστιμότατο κοτόπουλο στο φούρνο!

-Κοτόπουλο; Στο φούρνο; Kαι το λες νοστιμότατο; Δεν ξέρεις να ξεχωρίζεις τα νόστιμα εσύ! Το κοτόπουλο είναι ωραίο όταν είναι γύρος ή καλαμάκι! Όχι όταν είναι στο φούρνο! είπε η Κοκκινοσκουφίτσα

-Καλά, άρχισε τώρα να τρως και άσε τους γύρους για όσους θέλουν να… γυρίζουν!

-Χα, χα, χα! Τι ξενέρωτο αστείο! Τέλος  πάντων, άκου! Σήμερα η Blue (Μπλεσκουφίτσα) είχε φέρει στο σχολείο το μπλε της κινητό, η Orange (Πορτοκαλοσκουφίτσα) το πορτοκαλί της PSP, η Yellow (Κιτρινοσκουφίτσα) είχε φέρει το κίτρινό της Nintendo κι εγώ το κόκκινό μου mp4.

     Κάθε μέρα της έλεγε τα ίδια για το φαγητό. Ό,τι και να είχαν κάτι του έβρισκε κάθε φορά, αλλά το έτρωγε στο τέλος.

     Αφού έκανε να σηκωθεί

-Αγάπη μου, περίμενε λίγο, της είπε

-Τι θες ρε μαμά; Τώρα πάω να διαβάσω, είπε με παράπονο, αλλά το ξανασκέφτηκε και βρήκε μια δικαιολογία. Εντάξει, για σένα και μόνο θα το καθυστερήσω λίγο.

-Ναι καλά! Άσε τα αυτά που ξέρεις δεν γλιτώνεις το διάβασμα!

-Καλάάά! Λέγε!

-Η γιαγιά σου αρρώστησε και θέλω να της πας κάτι πραγματάκια που έχω γι’ αυτήν και θα την κάνουν καλά. Εντάξει;

-Ρε μαμά, να σε ρωτήσω κάτι; Όλο ξοδεύεσαι για τη γιαγιά, γιατί δεν την αφήνεις να αναπαυτεί αυτή να αναπαυτεί και η τσέπη σου; Πανάκριβα είναι τα φάρμακα. Άσε που θα πάρω κι εγώ αύξηση στο χαρτζιλίκι μου που σε βοήθησα. Έτσι δεν είναι… μανούλα μου, μανουλίτσα μου, αγαπημένη μου μαμά;

-Όχι βέβαια!

-Αυτό ήταν στην αύξηση;

-Όχι! Στη γιαγιά!

-Ωραία τότε θέλω…

-Και στην αύξηση

-OK! Είσαι άδικη! Μου βάζεις όμως ιδέες και μετά…

-Εγώ δεν σου έβαλα καμία ιδέα! Εσύ τα σκέφτηκες όλα!

-Ααα! Ναιαιαι!

-Και θα πας στη γιαγιά σου! Τέλος! Πρόσεχε όμως! Μην πας απ’ τη μεγάλη λεωφόρο!

-Μα είναι πιο σύντομος ο δρόμος.

-Δεν έχει φανάρια και γι’ αυτό θα πας απ’ τον άλλο δρόμο. Εντάξει;

-Καλά αλλά θα πάρουμε το δήμο να του το πούμε.

     Μετά το διάβασμα πήγε φροντιστήριο και μετά το φροντιστήριο γύρισε σπίτι. Είπε στους γονείς της τι έγινε, δηλαδή «Καλά.Όπως πάντα μωρέ.», χαιρέτησε τον μικρό της αδερφό και ανακοίνωσε «Πάω για ύπνο!» Έβαλε τις πιτζάμες της, έπλυνε τα δόντια της και καθάρισε το πρόσωπο της με αφρό για τα σπυράκια.

     Την επόμενη ημέρα, Σάββατο, ξύπνησε κατά τις 9:59 (δέκα παρά ένα) και έφαγε πρωινό. Είδε τηλεόραση και μετά από αρκετή ώρα μίλησε:

-Καλημέρα μαμά, μπαμπά, Βασίλη.

-Καλημέρα, φώναξαν και οι τρεις μαζί.

-Μαμά θα πάω στης Blue και θα πάμε μαζί στη γιαγιά μετά. OK;

-Εντάξει γλυκιά μου. Θα σου δώσω τα φάρμακα της γιαγιάς πριν φύγεις.

-Τα φάρμακα της γιαγιάς. Πφφ! Είπε σιγανά για να μην την ακούσουν.

     Πήγε στη Blue και ήταν εκεί όλη η παρέα. Ξέρετε η Yellow και η Orange. Προς έκπληξή της ήταν και κάποια αγόρια που δεν γνώριζε, αλλά ήταν…αρκετά συμπαθητικά.

-Hello κορίτσια και…αγόρια;

-Γεια! Τι κάνεις; Πως είσαι; Δώσε μου τα πράγματά σου. Δεν ήταν ανάγκη να φέρεις και κουλουράκια. Έλα να σου γνωρίσω τα παιδιά. Λοιπόν από εδώ: ο Θάνος, ο Μάνος, ο Τέλης και ο Χρήστος.

     Γνωρίστηκαν, κάνανε παρέα και πέρασαν καλά. Όταν τέλος πάντων ήρθε η ώρα και τα παιδιά έπρεπε να φύγουν, έμειναν τα δύο κορίτσια μόνα και έπρεπε να πάνε στη γιαγιά όπως είχανε κανονίσει.

     Έτσι λοιπόν, τα μίσα η μία, τα μισά η άλλη, φάρμακα, το κόκκινο mp4 στα αυτιά η μία και το μπλε κινητό στα χέρια η άλλη ξεκίνησαν και πήγαν προς τη μεγάλη λεωφόρο.

-Η μητέρα μου, μου είπε να μην πάμε από εδώ.

-Σιγά μωρέ. Από το να κάνουμε πεντακόσους κύκλους καλύτερα είναι από εδώ.

-Ναι, αλλά δεν έχει φανάρι.

-Θα πάρουμε τηλέφωνο στο δήμο να του πούμε να βάλει. Καλυμένη;

-Καλά, αλλά τελευταία φορά!

-Εντάξει κοπέλα μου! φώναξε. Κάθε φορά όμως τα ίδια μου λες, ψυθίρισε.

     Λίγο πιο πέρα καθόταν ένας λύκος ντυμένος αστυνομικός. Πλησίασε τη Red και τη Blue και τις ρώτησε.

-Τι κάνουν δύο μικρές χρωματοσκουφίτσες εδώ;

-Προσπαθούν να περάσουν απέναντι, λέει η Blue.

-Και δεν τα καταφέρνουν, συμπληρώνει η Red με ένα βλέμα φανερά δυσαρεστημένο, στη φίλη της.

-Αν θέλετε σαν αστυνομικός που είμαι μπορώ να σας βοηθήσω να περάσετε.

-Τέλεια! βιάστηκε να πει η Blue.

     Εκείνη την ώρα η Red σκεφτόταν ότι μόλις είχαν πιάσει κουβέντα με έναν άγνωστο που τους έκανε πολλές ερωτήσεις που δεν τον αφορούσαν. Η Blue όμως συνέχισε να του μιλάει.

-Και που πάτε;

-Α! Πάμε στο σπίτι της γιαγιάς της Red.

-Αλήθεια;

-Ναι, ναι!

-Γιατί;

-Είναι άρρωστη!

-Μάλιστα! Και ποια είναι η Red;

-Η Κοκκινοσκουφίτσα. Εγώ είμαι η Μπλεσκουφίτσα, Blue, φίλη της.

-Η Κοκκινοσκουφίτσα; λέει ο λύκος. Η γνωστή που γύρισε την ταινία με το λύκο;

-Ναι! απαντά περίφανη για τη φίλη της.

     Αφου τις πέρασε απέναντι με ασφάλεια, του εξήγησαν ότι μπορούσαν να συνεχίσουν μόνες τους.

     Ο λύκος ήξερε που ήταν το σπίτι κι έτσι πήρε τη μηχανή του και πήρε το δρόμο που οδηγούσε εκεί.

-Κορίτσια; ακούστηκε μία φωνή από πίσω τους.

-Αχ, Θάνο τι κάνεις; ρώτησε η Blue.

-Καλά, υπέροχα! Εσείς;

-Καλά κι εμείς, βλέπω πάλι κόκκινα φοράς.

-Ναι βρε Blue, είναι το αγαπημένο μου χρώμα και μόνο τέτοιου χρώματος ρούχα φοράω.

-Κι εγώ! φώναξε ενθουσιασμένη η Red.

-Κορίτσια θέλετε να σας πάω κάπου; Χωράμε και οι τρεις στο ποδήλατό μου.

     Του εξήγησαν που ήθελαν να πάνε και αυτός προσφέρθηκε να τις πάει. Σίγα μη λέγανε όχι!

     Ο λύκος εν τω μεταξύ είχε πάει στο σπίτι της γιαγιάς. Την έπιασε, την τύλιξε με ένα σκοινί, της έδεσε το στόμα και την έβαλε μέσα στη ντουλάπα. Φόρεσε την καλή της νυχτικιά και ξάπλωσε στο κρεβάτι.

     Όταν έφτασαν, η Red ζήτησε από τα παιδιά να την περιμένουν έξω. Μπήκε μέσα και είδε το λύκο. Κατάλαβε αμέσως τι είχε γίνει και απλώς στην αρχή το έπαιξε ανύποπτη.

-Γεια σου γιαγιάκα! Τι κάνεις;

-Καλά παιδάκι μου, εσύ; λέει ο λύκος.

-Καλά, πολύ καλά!

-Χαίρομαι για σένα.

-Γιαγια, γιατί έχεις τόσο μεγάλα αυτιά;

-Γιατί παιδί μου, η γρίπη των χοίρων σου ανοίγει τα αυτιά, αφού δεν μπορείς να ακούσεις. Δηλαδή πρήζονται. Ο λύκος ήξερε ότι πέταγε κοτσάνες αλλά συνέχιζε ελπίζοντας ότι η Red θα τις έχαφτε.

-Και γιατί έχεις γουρλωτά μάτια;

-Εμ…να, πρήστηκαν παιδάκι μου. Είδα κι ένα σήριαλ, δύο , τρία. Που δεν θυμάμαι πόσα. Α! Είδα και X-Factor χθες βράδυ.

-Και τα δόντια σου είναι…

-Ξέρω, μεγάλα!

-Όχι, δηλαδή ναι, αλλά είναι κίτρινα και… βρώμικα! Και βρωμάει και η ανάσα σου!

-ΠΩΣ;;; εξοργίστηκε ο λύκος. Το ξανασκέφτηκε όμως και είπε, αλήθεια; Ε, είναι επειδή ξεχνάω να τα βουρτσίζω.

     Τότε η Red πλησίασε πολύ κοντά του και λέει.

-Αχ, βρε γιαγιάκα μου, σε λυπάμαι. Ξέρεις γιατί;

-Γιατί; λέει ο λύκος.

-Γιατί σε έδεσε ο λύκος άρρωστη γυναίκα, και σε έβαλε στην ντουλάπα! φώναξε.

     Τότε πετάγεται ο λύκος από το κρεβάτι και αρχίζει να την κυνηγάει. Αμέσως η Red αρχίζει να τρέχει και μετά από λίγο σταματάει.

-Γιατί σταμάτησες; ρωτάει ο λύκος.

-Να, γιατί δεν σε φοβάμαι!

-Δεν με φοβάσαι;

-Όχι!

-Αλήθεια;

-Ναι!

-Καλά και γιατί;

-Πολλές ερωτήσεις κάνεις, γενικά όχι μόνο τώρα, αλλά θα σου απαντήσω. Γιατί ξέρω καράτε και θα σε σπάσω στο ξύλο.

-Ααααααα! φώναξε ο λύκος και άρχισε να τρέχει.

     Μπροστά ο λύκος πίσω η Red. Τα παιδιά άκουσαν τις φωνές και έτρεξαν να δουν τι γίνεται. Όλοι ξέρετε αυτή την ιστορία με το λύκο που έφαγε την Κοκκινοσκουφίτσα. Μόνο που τώρα δεν είναι στο σπιτάκι της γιαγιάς, είναι στη βίλα (με πισίνα παρακαλώ) της γιαγιάς. Τότε έσπασε το μεγάλο χρωματιστό τζάμι, ένας ξυλοκόπος, πάνω σε ένα κορμό δέντρου, κρατώντας ένα κοφτερό τσεκούρι στα χέρια που το κουνούσε δεξιά και αριστερά και ούρλιαζε! Όλοι τα έχασαν φυσικά! Εκτός από την (ας την πούμε λόγω του παραμυθιού) θαρραλέα Red!

-ΕΕΕ! Χωρίο εσύ, εκεί! Τι κάνεις, λέω τι κάνεις στο σπίτι της γιαγιάς μου; Η γιαγιά μου είναι στην ντουλάπα, δικό της είναι το σπίτι μπορεί να είναι όπου θέλει, τα παιδιά είναι φίλοι μου, εγώ είμαι εγγονή της και με έχει καλέσει κιόλας για να έρθω και με το λύκο από εδώ παίζουμε ξύλο! Εσύ, τι θες; Και να έχεις υπ’ οψη σου ότι το τζάμι που μόλις έσπασες θα το πληρώσεις και θα γίνει και ΑΚΡΙΒΩΣ ίδιο! Κατάλαβες; Ήταν το αγαπημένο μου! είπε χωρίς να περιμένει απάντηση στην ερώτησή της.

-Βασικά, έκοβα κάτι ξύλα κι έκατσα κάποια στιγμή πάνω σε ένα για να ξεκουραστώ και με πήρε η κατηφόρα. Τι να έκανα; είπε ο ξυλοκόπος.

-Εγώ, φώναξε λίγο ο λύκος, είμαι μυστικός πράκτορας, και μου έκανε εντύπωση δύο μικρά κοριτσάκι στη μεγάλη λεωφόρο τι κάνατε. Έχει γίνει ένα έγκλημα, δεν μπορώ να σας πω τι, και το ερευνώ.

-Να ελευθερώσουμε τη γιαγιά! φώναξε ο Θάνος.

-Αχ, ναι!

-Red, αγάπη μου. είπε η γιαγιά, σ’ ευχαριστώ πολύ!

-Δεν κάνει τίποτα!

-Καλά.

-Εάν έχεις όμως πρόχειρο κανένα πενηντάρικο θα το εκτιμούσα…

-Αχ, πως το περίμενα! Ορίστε.

-Ευχαριστώ γιαγιάκα!

-Αγάπη μου πρέπει να σου πω την αλήθεια.

-Ποια αλήθεια;

-Εγώ κάνω extreme sports. Έτσι άρπαξα το κρύωμα. Δεν έχω και γρίπη των χοίρων, είπε και στραβοκοίταξε το λύκο.

-Μάλιστα, σημείωσε εκείνος. Εσύ, λέει στη Red θέλεις να γίνεις μυστικός πράκτορας, κατάσκοπος;

-Εγώ; Γιατί;

-Γιατί κατάλαβες αμέσως ποιος είμαι.

-Άστο καλύτερα. Προτειμώ την απλή ζωή.

-Εσύ χάνεις.

-Το ξέρω. Αλλά άλλα πράγματα έχουν προτεραιότητα, και κοίταξε τη γιαγιά της και τους φίλους της.

     Τώρα σωστό θα ήταν να πούμε «και ζήσαν αυτοί καλά…» αλλά δεν είναι αυτή η ιστορία.

     Τη Δευτέρα μετά το σχολείο: -Μαμά γύρισα! Και είμαι το πιο ευτυχισμένο παιδί του κόσμου!!!

-Ωραία, έλα να σου βάλω φαγητό και να μου πεις τα νέα σου.

     Όταν έκατσαν στο τραπέζι.

-Διαφορετικά μπήκες σήμερα!

-Γιατί δεν είχα το mp4 στα αυτιά. Άκου. Το Σάββατο στης Blue γνώρισα κάτι αγόρια. Τον Θάνο, το Μάνο, τον Τέλη και το Χρήστο. Περάσαμε υπέροχα!

-Ναι!

-Και ήξερες ότι η γιαγιά κόλλησε κρύωμα επειδή έκανε snowboard;

-Μεγάλη φαντασία έχεις!

-Και ο λύκος είναι κατάσκοπος. Και ο ξυλοκόπος έσπασε το τζάμι κατά λάθος και το πλήρωσε κιόλας;

-Μεγάλη; ΤΕΡΑΣΤΙΑ φαντασία!

-Α δεν με πιστεύεις ε; Καλά αν θες ρώτα τους!

-Μην ξεχάσεις!

-Τέλος πάντων, αυτό που θέλω να ξέρεις είναι ότι το απόγευμα θα έρθει ο Θάνος το αγόρι μου!

-Το αγόρι σου;

-Ναι. Το βλέπεις αυτό; Εκείνος έχει το άλλο μισό. Κι έχουμε πολλά κοινά! Όλα κόκκινα εγώ, σωστά;

-Σωστά.

-Κι εκείνος το ίδιο. Αχ, είναι τόσο…

            Ακολούθησε ένα λεπτό ησυχία.

-Τι είναι;

-ΠΟΛΛΑ ΡΩΤΑΣ! Άντε τώρα! Αν θες κάτι να έρθεις μέσα.

-Και…

-Και μην του πεις τίποτα για το σκουλαρίκι του! Στεναχωριέται εύκολα και παρεξηγιέται, γι αυτό καλύτερα να προσέχεις τι θα πεις πριν το πεις! ΟΚ μανούλα;

-Καλά.

-Ωραία πάάωω!

-Ωχ! Άρχισαν από τώρα τα όργανα που είναι μικρή; Ποιος μας σώζει!

-Το άκουσα αυτό! Πρόσεχε μόνο μην τον στενοχωρήσεις, το μόνο που σου λέω. Και πρόσεχε γιατί κι εγώ παρεξηγούμαι ΠΟΛΥ εύκολα! Κατάλαβες; φώναξε και καλά θυμωμένη.

     Έκλεισε την πόρτα του δωματίου και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Να διαβάσει; Με τι μυαλό; Κοίταζε τη μισή καρδιά που της είχε δώσει ο Θάνος. Σκεφτόταν. Σκεφτόταν συνέχεια και ασταμάτητα. Τι; Εκείνον! Πρώτη φορά ένιωθε έτσι. Μια φωνή διέκοψε τη σκέψη της:

-Ξέρω ότι είναι δύσκολο, αλλά κάτσε να διαβάσεις! Κι ας έχει αύριο γιορτή κι όχι σχολείο.

Ήταν η μαμά της από την κουζίνα, μάνα ήταν ήξερε!

     Το απόγευμα ακούστηκε το κουδούνι του σπιτιού. Ήταν μεγάλη ανακούφιση γι αυτή! Έτρεξε να ανοίξει την πόρτα. Ήξερε ποιος ήταν αλλά ρώτησε «Ποιος είναι;». Και η απάντηση ήταν αυτή που την έκανε να λάμψει από χαρά «Ο Θάνος».

     Η ιστορία η αληθινή συνεχίζεται. Δεν είναι αυτή μόνο. Αυτό ήταν μόνο ένα μικρό κομμάτι. Και τώρα λόγω της περίστασης πρέπει να πούμε

ΚΙ ΕΖΗΣΑΝ ΑΥΤΟΙ ΚΑΛΑ ΚΙ ΕΜΕΙΣ  ΚΑΛΥΤΕΡΑ!

 

ΤΕΛΟΣ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s